Μετάβαση στο περιεχόμενο

fontis

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

fontis (eo)

  • αόριστος του ρήματος fonti



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

fontis (la) αρσενικό

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

fontīs (la) αρσενικό