Μετάβαση στο περιεχόμενο

footwork

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
footwork < foot + work

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

footwork (en) (μη μετρήσιμο)

  1. οι φιγούρες, τα βήματα, τα κόλπα με την μπάλα, η κίνηση των ποδιών, ο τρόπος με τον οποίο κάποιος κινεί τα πόδια του όταν αθλείται ή χορεύει
    παράδειγμα  They added a lot of fancy footwork to the dance.
    Πρόσθεσαν πολλές περίτεχνες φιγούρες στον χορό.
    παράδειγμα  Both dancers showed impressive footwork.
    Και οι δύο χορευτές έδειξαν εντυπωσιακά βήματα.
    παράδειγμα  The player showed elaborate footwork.
    Ο παίκτης έδειξε περίτεχνα κόλπα με την μπάλα.
    παράδειγμα  The boxer displayed impressive footwork in the ring.
    Ο πυγμάχος έδειξε εντυπωσιακή κίνηση ποδιών στο ρινγκ.
  2. οι χειρισμοί, οι ελιγμοί, η ικανότητα να αντιδρά κανείς γρήγορα και με επιδεξιότητα σε μια δύσκολη κατάσταση
    παράδειγμα  It was going to take some deft political footwork to save the situation.
    Θα χρειαζόταν επιδέξιοι πολιτικοί χειρισμοί για να σωθεί η κατάσταση.
    παράδειγμα  Through careful diplomatic footwork, the minister avoided a conflict.
    Με προσεκτικούς διπλωματικούς ελιγμούς, ο υπουργός απέφυγε τη σύγκρουση.