forçat

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

forçat < ιταλική forzato < forzare (=καταναγκάζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fɔʁ.sa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
forçat forçats

forçat (fr) αρσενικό

  1. (μεταφορικά) αυτός που ζει σε άθλιες συνθήκες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]