forethought

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

/ˈfɔːθɔːt/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

forethought

  1. έχοντας στον νου
  2. σκεπτικότητα
  3. προνοητικότητα