forgiving

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

forgiving (en)

  • μετοχή ενεστώτα του ρήματος forgive

Επίθετο[επεξεργασία]

forgiving (en)

  1. αμνησίκακος, ανεκτικός, ανεξίκακος, επιεικής, συγχωρητικός
  2. (πληροφορική) λογισμικό φιλικό στη χρήση του (user-friendly), έτσι ώστε να μην γίνονται εύκολα σοβαρά λάθη από έναν άπειρο χρήστη