formulo
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | formulo | formuloj |
| αιτιατική | formulon | formulojn |
formulo (eo)
- η φόρμουλα
- Formulo Unu, η φόρμουλα 1