Μετάβαση στο περιεχόμενο

forsake

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας forsake
γ΄ ενικό ενεστώτα forsakes
αόριστος forsook
παθητική μετοχή forsaken
ενεργητική μετοχή forsaking
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

forsake (en)