Μετάβαση στο περιεχόμενο

forty

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

forty (en)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
forty forties

forty (en)

  1. (in one’s forties, μόνο πληθυντικός) σαραντάρης, στα/τα σαράντα, μεταξύ 40 και 49 ετών
    παράδειγμα  Many people in their forties start paying more attention to their health.
    Πολλοί σαραντάρηδες αρχίζουν να προσέχουν περισσότερο την υγεία τους.
    παράδειγμα  She’s in her forties but looks much younger.
    Είναι σαραντάρα αλλά φαίνεται πολύ νεότερη.
    παράδειγμα  He started running marathons in his forties.
    Άρχισε να τρέχει μαραθώνιους στα σαράντα.
    παράδειγμα  I liked my forties more than my thirties.
    Μου άρεσαν τα σαράντα μου περισσότερο από τα τριάντα μου.
  2. (μόνο πληθυντικός) η δεκαετία του σαράντα, για τη χρονολογία οποιουδήποτε αιώνα, τα χρόνια μεταξύ 40 και 49
    παράδειγμα  The forties were marked by the war.
    Η δεκαετία του σαράντα σημαδεύτηκε από τον πόλεμο.
    παράδειγμα  The house was built in the late forties.
    Το σπίτι χτίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του σαράντα.

Σύνθετα

[επεξεργασία]