fossil fuel
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| fossil fuel | fossil fuels |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]fossil fuel (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)
- το ορυκτό καύσιμο
Almost every country in the world has made the decision to transition away from fossil fuels.
- Σχεδόν κάθε χώρα στον κόσμο έχει πάρει την απόφαση να απομακρυνθεί από τα ορυκτά καύσιμα.
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
fossil fuel στην αγγλική Βικιπαίδεια
