fourbe
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| fourbe | fourbes |
fourbe (fr) αρσενικό ή θηλυκό
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| fourbe | fourbes |
fourbe (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- ο ύπουλος και ο υποκριτής, ο λωποδύτης, η λωποδύτρια, ο καλοθελητής, η καλοθελήτρα