Μετάβαση στο περιεχόμενο

foutaise

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
foutaise < foutre

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fu.tɛz/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
foutaise foutaises

foutaise (fr) θηλυκό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]