foyer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

foyer 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
foyer foyers

foyer (fr) αρσενικό

  1. εστία
  2. φουαγιέ, σάλα, αίθουσα όπου οι σύνεδροι ή οι μαθητές μπορούν να χαλαρώνουν
  3. το κυλικείο



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ως ‹fuaje›

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

foyer (pl) ουδέτερο

  1. φουαγιέ