foyer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

foyer 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
foyer foyers

foyer (fr) αρσενικό

  1. εστία
  2. φουαγιέ, σάλα, αίθουσα όπου οι σύνεδροι ή οι μαθητές μπορούν να χαλαρώνουν



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ως ‹fuaje›

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

foyer (pl) ουδέτερο

  1. φουαγιέ