fracking

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fracking (en)

  • υδραυλική ρωγμάτωση (διαδικασία εξόρυξης φυσικού αερίου ή πετρελαίου που βρίσκεται εγκλωβισμένο σε συμπαγή πετρώματα, μέσω της διοχέτευσης υπό πίεση ενός μείγματος από νερό και άμμο με σκοπό να προκληθούν μικροσκοπικές ρωγμές στο πέτρωμα και να απελευθερωθεί έτσι το κοίτασμα)

Συνώνυμα[επεξεργασία]