Μετάβαση στο περιεχόμενο

fraction

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

fraction (en)

  1. κλάσμα, μέρος
  2. (μαθηματικά) κλάσμα

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
fraction fractions

fraction (fr) θηλυκό

  1. (μαθηματικά) το κλάσμα
  2. το τμήμα, το μέρος
  3. η φράξια

Συγγενικά

[επεξεργασία]