frantic
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | frantic |
| συγκριτικός | more frantic |
| υπερθετικός | most frantic |
Επίθετο
[επεξεργασία]frantic (en)
- ξέφρενος, φρενιτιώδης, φρενήρης, που γίνεται γρήγορα και με πολλή δραστηριότητα, αλλά με τρόπο όχι πολύ καλά οργανωμένο
They have thrown themselves into the frantic pursuit of profit.
- Έχουν ριχτεί στην ξέφρενη επιδίωξη του κέρδους.
They made frantic efforts.
- Έκαναν φρενιτιώδες προσπάθειες.
the frantic arms race - η φρενήρης κούρσα του ανταγωνισμού των εξοπλισμών
- ξέφρενος, εκτός εαυτού με φόβο ή ανησυχία
She ran around panicked, frantic, with terror in her eyes.
- Έτρεχε αλαφιασμένη, ξέφρενη, με τον τρόμο στα μάτια.
The frantic crowd is rushing.
- Ορμάει ξέφρενο το πλήθος.