frappé
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | frappé | frappés |
| θηλυκό | frappée | frappées |
Επίθετο
[επεξεργασία]frappé (fr)
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]frappé (it)
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | frappé | frappés |
| θηλυκό | frappée | frappées |
frappé (fr)
frappé (it)