frein à main

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

frein à main < frein + main

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /;;;/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
frein à main freins à main

frein à main (fr) αρσενικό

  1. το χειρόφρενο
    il a serré le frein à main - τράβηξε το χειρόφρενο
    avec le frein à main serré - με δεμένο το χειρόφρενο