Μετάβαση στο περιεχόμενο

freshen

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας freshen
γ΄ ενικό ενεστώτα freshens
αόριστος freshened
παθητική μετοχή freshened
ενεργητική μετοχή freshening

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
freshen < fresh + -en

freshen (en)

  1. (μεταβατικό) φρεσκάρω, κάνω κάτι να φαίνεται φρέσκο
    παράδειγμα  He gave his house a new coat of paint and freshened it (up).
    Πέρασε ένα χέρι μπογιά στο σπίτι του και το φρεσκάρισε.
  2. (αμετάβατο) φρεσκάρω, για αέρα που γίνεται πιο δροσερός, πιο ψυχρός
    παράδειγμα  The breeze freshened.
    Φρεσκάρισε το αεράκι.

Παράγωγα

[επεξεργασία]