freshen
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | freshen |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | freshens |
| αόριστος | freshened |
| παθητική μετοχή | freshened |
| ενεργητική μετοχή | freshening |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]freshen (en)
- (μεταβατικό) φρεσκάρω, κάνω κάτι να φαίνεται φρέσκο
He gave his house a new coat of paint and freshened it (up).
- Πέρασε ένα χέρι μπογιά στο σπίτι του και το φρεσκάρισε.
- (αμετάβατο) φρεσκάρω, για αέρα που γίνεται πιο δροσερός, πιο ψυχρός
The breeze freshened.
- Φρεσκάρισε το αεράκι.