freshen up
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | freshen up |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | freshens up |
| αόριστος | freshened up |
| παθητική μετοχή | freshened up |
| ενεργητική μετοχή | freshening up |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]freshen up (en)
- φρεσκάρομαι, πλένομαι, χτενίζομαι και/ή μακιγιάρομαι
I am going to go freshen (myself) up a bit.
- Θα πάω να φρεσκαριστώ λίγο.
Go freshen up before eating.
- Άντε να φρεσκαριστείς πριν από το φαγητό.