Μετάβαση στο περιεχόμενο

freshen up

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας freshen up
γ΄ ενικό ενεστώτα freshens up
αόριστος freshened up
παθητική μετοχή freshened up
ενεργητική μετοχή freshening up

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
freshen up <  δείτε τις λέξεις freshen και up

freshen up (en)

  • φρεσκάρομαι, πλένομαι, χτενίζομαι και/ή μακιγιάρομαι
    παράδειγμα  I am going to go freshen (myself) up a bit.
    Θα πάω να φρεσκαριστώ λίγο.
    παράδειγμα  Go freshen up before eating.
    Άντε να φρεσκαριστείς πριν από το φαγητό.