Μετάβαση στο περιεχόμενο

friary

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

friary (en)

  • η μονή, το οίκημα όπου μένουν μοναχοί (friars)