Μετάβαση στο περιεχόμενο

frimeur

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
frimeur < frimer
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό frimeur frimeurs
θηλυκό frimeuse frimeuses

Επίθετο

[επεξεργασία]

frimeur (fr)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]