Μετάβαση στο περιεχόμενο

frise

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
frise frises

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

frise (fr) θηλυκό