fuchsia

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fuchsia (en)

  1. (βοτανική) η φούξια
  2. το φούξια (το χρώμα)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

fuchsia (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fy.ʃja ή fy.ksja/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fuchsia (fr) αρσενικό

  1. (βοτανική) η φούξια
  2. το φούξια (το χρώμα)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

fuchsia (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο