fuck off

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας fuck off
γ΄ ενικό ενεστώτα fucks off
αόριστος fucked off
παθητική μετοχή fucked off
ενεργητική μετοχή fucking off
Συνήθως στην προστακτική ενεστώτα.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις: fuck και off

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

fuck off (en)