fumure

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
fumure fumures

fumure (fr) θηλυκό

  1. το κόπρισμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]