funéraire

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

funéraire < δημώδης λατινική funerarius

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
funéraire funéraires

funéraire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. σχετικός με την κηδεία
    frais funéraires - έξοδα της κηδείας
  2. σχετικός με τάφο, που τιμά τη μνήμη ενός νεκρού, επιτύμβιος
    colonne funéraire - επιτύμβια στήλη
  3. (Καναδάς) salon funéraire: γραφείο τελετών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]