funkcja
Εμφάνιση
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | funkcja | funkcje |
| γενική | funkcji | funkcji/funkcyj |
| δοτική | funkcji | funkcjom |
| αιτιατική | funkcję | funkcje |
| οργανική | funkcją | funkcjami |
| τοπική | funkcji | funkcjach |
| κλητική | funkcjo | funkcje |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]funkcja (pl) θηλυκό
- λειτουργία, δουλειά, σκοπός
- συνάρτηση