fusée

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

fusée < παλαιά γαλλική fus, υποκοριστικό του λατινικού fusus, αδράχτι, προφανώς λόγω της ομοιότητας στη μορφή των δύο αντικειμένων

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fy.ze/
fusée 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
fusée fusées

fusée (fr) θηλυκό

  1. ο πύραυλος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Η λέξη fusée, με την έννοια πύραυλος, χρησιμοποιείται για τους πυραύλους που στέλνουν δορυφόρους στο διάστημα. Αντίθετα, η λέξη missile χρησιμοποιείται για τους πυραύλους του στρατού.

Εκφράσεις[επεξεργασία]