fuse

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fuse (en)

  1. το φιτίλι
  2. ο πυροκροτητής
  3. (η) ηλεκτρική ασφαλεία τήξης (ανοιχτού κυκλώματος)· η ασφάλεια, συσκευή που προφυλάσσει από υπερφόρτωση του δικτύου

Ρήμα[επεξεργασία]

  1. συντήκω
  2. συγκεράζομαι