fusible

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
fusible fusibles

fusible (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. που μπορεί να λιώσει
  2. εύτηκτος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
fusible fusibles

fusible (fr) αρσενικό

  1. ασφάλεια ηλεκτρικού κυκλώματος που λιώνει όταν η ένταση του ηλεκτρικού ρεύματος ξεπερνά κάποια τιμή

Αντώνυμα[επεξεργασία]