Μετάβαση στο περιεχόμενο

fusione

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
fusione fusioni

fusione (it) θηλυκό