Μετάβαση στο περιεχόμενο

gadget

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
gadget < άγνωστης ετυμολογίας, που πρωτοχρησιμοποιήθηκε στο γραπτό λόγο το 1886. Πιθανόν < gâchette (μάνταλο) ή gagée (που είναι ενέχυρο, που έχει δεσμευτεί)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
gadget gadgets

gadget (en)

  1. (γενικότερα) το γκάτζετ, ονομασία για διάφορες συσκευές, αντικείμενα ή εξαρτήματα (συνήθως μικρού μεγέθους)
    παράδειγμα  They have a kitchen full of fancy gadgets.
    Έχουν μια κουζίνα γεμάτη με εξεζητημένα γκάτζετ.
  2. (ειδικότερα) κάθε ηλεκτρονικό προϊόν ευρείας ή μαζικής κατανάλωσης
  3. (πληροφορική) ακολουθία εντολών που είναι μέρος ενός προγράμματος, η οποία εκμεταλλεύεται αδυναμίες του, προκειμένου να εκτρέψει την εκτέλεσή του σε θέση μνήμης που έχει επιλέξει ένας εισβολέας



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

gadget (fr)