Μετάβαση στο περιεχόμενο

gadoue

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
gadoue < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɡa.du/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
gadoue gadoues

gadoue (fr) θηλυκό

  1. κοπριά
  2. λάσπη