gaffe

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

gaffe (en)

  • η γκάφα, ανόητο λάθος που γίνεται δημόσια



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
gaffe gaffes

gaffe (fr) θηλυκό

  1. η γκάφα, ανόητο λάθος που γίνεται δημόσια

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
gaffe gaffes

gaffe (fr) θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος) λαβή που έχει στην άκρη του μια αιχμή ή/και ένα αγκίστρι. Χρησιμεύει για να αρπάξει ένα σκοινί, ένα ψάρι, κ.α.

Open book 01.svg Ουσιαστικό 3[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
gaffe gaffes

gaffe (fr) θηλυκό

  1. (οικείο) προσοχή στην έκφραση: faire gaffe: προσέχω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

gaffe (it)