gaine

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

gaine 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
gaine gaines

gaine (fr) θηλυκό

  1. η θήκη
  2. το θηκάρι
  3. η μόνωση, το μονωτικό περίβλημα