galette

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
galette galettes

galette (fr) θηλυκό

  1. η βασιλόπιτα
  2. στρογγυλό γλυκό