galiote

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
galiote galiotes

galiote (fr) θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος) μικρό αλιευτικό πλοίο με κουπιά και πανιά που χρησιμοποιούνταν άλλοτε στην Ολλανδία

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • galiote στη γαλλόφωνη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια