gap

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
gap gaps

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

gap (en)

  • το κενό
    the manuscript has many gaps - το χειρόγραφο παρουσιάζει πολλά κενά
     συνώνυμα: blank