Μετάβαση στο περιεχόμενο

garble

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

garble (en)

  • διαστρέφω πληροφορία, λέξη, μήνυμα κτλ. - μασάω, μπουρδουκλώνω

Συγγενικά

[επεξεργασία]