garnek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική garnek garnki
γενική garnka garnków
δοτική garnkowi garnkom
αιτιατική garnek garnki
οργανική garnkiem garnkami
τοπική garnku garnkach
κλητική garnku garnki


Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɡarnɛk/
garnek 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

garnek (pl) αρσενικό

  1. η κατσαρόλα