garnek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική garnek garnki
γενική garnka garnków
δοτική garnkowi garnkom
αιτιατική garnek garnki
οργανική garnkiem garnkami
τοπική garnku garnkach
κλητική garnku garnki


Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɡarnɛk/
ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

garnek (pl) αρσενικό