gastroenterologist
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| gastroenterologist | gastroenterologists |
gastroenterologist (en)
- (ιατρική, επάγγελμα) ο/η γαστρεντερολόγος
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
gastroenterologist στην αγγλική Βικιπαίδεια
