Μετάβαση στο περιεχόμενο

gearwheel

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
gearwheel gearwheels

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
gearwheel < gear + wheel

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

gearwheel (en)

  • (μηχανολογία) το γρανάζι, προεξοχή οδοντωτού τροχού σε σύστημα γραναζιών
    παράδειγμα  The broken gearwheel in the clock was replaced with a new one.
    Το χαλασμένο γρανάζι στο ρολόι αντικαταστάθηκε με καινούργιο.
     συνώνυμα:  cog, cogwheel και gear

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]