Μετάβαση στο περιεχόμενο

genèse

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
genèse genèses

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

genèse (fr) θηλυκό