gendarmerie

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

gendarmerie < gendarme

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
gendarmerie gendarmeries

gendarmerie (fr) θηλυκό

  1. η γαλλική χωροφυλακή
  2. (κατ’ επέκταση) στρατώνας της χωροφυλακής