general

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: général

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

general < αγγλονορμανδική general, generall < μέση γαλλική general < λατινική generalis < genus + -alis

Επίθετο[επεξεργασία]

general (en)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

general (en)



Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

general (es)

  1. γενικός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

general (es) αρσενικό

  1. στρατηγός



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

general (pt)

  1. στρατηγός



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

general (ro) αρσενικό

  1. ο διευθυντής

Κλίση[επεξεργασία]