generalize

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

generalize (en)

  1. γενικεύω
  2. γενικεύομαι (εξαπλώνομαι σε όλο το σώμα)