generalize

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

generalize (en)

  1. γενικεύω
  2. γενικεύομαι (εξαπλώνομαι σε όλο το σώμα)