generic

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

generic (en)

  1. γενικός
  2. γενόσημος (ειδικά όταν αναφέρεται στα φάρμακα)
  3. γένιος
  4. γενοϊκός
  5. (μαθηματικά) γένιος, τυπικός
Αll the elements of a set that do not belong to a meager subset are called generic elements.'
Όλα τα στοιχεία ενός συνόλου που δεν ανήκουν σε ένα ισχνό υποσύνολο ονομάζονται τυπικά στοιχεία.


Παράδειγμα 2:

A filter that intersects all dense subsets is called generic.
Ένα φίλτρο που τέμνει όλα τα πυκνά υποσύνολα ονομάζεται γένιο.