genitiv-

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

genitiv- < αγγλική genitive, γαλλική génitif - génitive

Open book 01.svg Ρίζα[επεξεργασία]

genitiv- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: γενική

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]