gentilé

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

gentilé < λατινική gentile nomen (όνομα των ανθρώπων)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
gentilé gentilés

gentilé (fr) αρσενικό

  1. ονομασία των κατοίκων ενός τόπου
    le gentilé pour « Athènes » est « Athénien ».
    αυτός που κατοικεί στην Αθήνα λέγεται Αθηναίος