Μετάβαση στο περιεχόμενο

get along

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας get along
γ΄ ενικό ενεστώτα gets along
αόριστος got along
παθητική μετοχή got along, gotten along
ενεργητική μετοχή getting along

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
get along <  δείτε τις λέξεις get και along

get along (en)

  1. πηγαίνω, πως πάει μια κατάσταση
    παράδειγμα  How is your English getting along?
    Πώς πάνε τα αγγλικά σου;
  2. πηγαίνω, περνάω, πως πάει μια σχέση
    παράδειγμα  How are you getting along with the boss?
    Πώς πας με το αφεντικό;
    παράδειγμα  I am getting along well with him.
    Τα πηγαίνω καλά μαζί του.
    παράδειγμα  We get along well together.
    Τα πάμε καλά μαζί.
    παράδειγμα  How are you getting along?
    Πώς περνάτε;

Συνώνυμα

[επεξεργασία]